Πως να καταλάβεις ένα νάρκισσο
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πόσο εύκολα μπορεί να παρασυρθούν σε σχέσεις που τους αδειάζουν συναισθηματικά, μέχρι να είναι πια αργά. Σίγουρα ξέρεις κάποια φίλη σου ή φίλο σου που το έχει περάσει αυτό, αν δεν το έχεις περάσει κι εσύ.
Αν έρχεσαι για πρώτη φορά στο κανάλι, είμαι ο Δημήτρης, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, έχω σπουδάσει ψυχολογία και η προσέγγιση μου λαμβάνει υπόψη το ψυχικό τραύμα. Στις συνεδρίες μου έχω δουλέψει με αρκετούς ανθρώπους που αναρρώνουν από δυναμικές με ναρκισσιστικά άτομα, και βλέπω τα ίδια «καμπανάκια» να εμφανίζονται ξανά και ξανά.
Στο σημερινό βίντεο λοιπόν, θα σου δώσω 8 απλές ερωτήσεις που μπορούν να κάνεις σε κάποιον ή κάποια ώστε να σε βοηθήσουν να καταλάβεις αν έχεις μπλέξει με ναρκισσιστή, πριν σου κοστίσει την ηρεμία σου. Και στο τέλος, θα σου δώσω και μία μπόνους ερώτηση, που μπορείς να κάνεις όταν ξεκινάς να βγαίνεις με κάποιον, για να καταλάβεις με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις.
Όταν μιλάμε για υγιείς σχέσεις, τις σχέσεις που στην πραγματικότητα θέλουμε να χτίσουμε δηλαδή, υπάρχουν μερικά θεμέλια που πρέπει να είναι εκεί ώστε να δομήσουμε τη σχέση μας. Και αν είσαι άνθρωπος με τα πόδια στο έδαφος κι όχι στα σύννεφα, τότε θα συμφωνήσεις με αυτές τις τρεις βασικές ποιότητες που πρέπει να έχει μια σχέση:
1. Ειλικρίνεια.
2. Περιέργεια.
3. Συναισθηματική υπευθυνότητα.
Γιατί σε μια υγιή σχέση, θέλεις να νιώθεις ότι υπάρχει σύνδεση. Όχι τελειότητα, αλλά αμοιβαιότητα. Εμφανίζεσαι όπως είσαι, το ίδιο και ο άλλος, και με τον καιρό ξεκινά αυτός ο συνεχής χορός: μαθαίνεις, προσαρμόζεσαι, διαφωνείς, επανορθώνεις, μεγαλώνεις δηλαδή και ωριμάζεις μαζί με τον άλλο.Συχνά λέω στους ανθρώπους που δουλεύουμε μαζί οτι οι καλές σχέσεις δεν απαιτούν απόδοση. Οι καλές σχέσεις απλά σε καλούν να είσαι παρόν.
Αλλά έπειτα, κάποιες φορές, έρχεται κάποιος και διαταράσσει πλήρως αυτή την ισορροπία. Όχι με κατά μέτωπο κακοποίηση, ή τουλάχιστον όχι στην αρχή. Ούτε με κάποια ορατή τοξικότητα. Αλλά σιγά-σιγά, ύπουλα, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Και αυτό που κάποτε ήταν αμοιβαίο, γίνεται μονόπλευρο. Έτσι είναι να είσαι σε σχέση με ναρκισσιστή.
Πριν όμως περάσουμε στις 8 + 1 ερωτήσεις, ας κάνουμε έναν σύντομο ορισμό. Γιατί ακούμε πολύ συχνά τη λέξη «ναρκισσιστής» παντού τελευταία, και συχνά πολλοί τη χρησιμοποιούν λάθος. Πολλοί δηλαδή, όταν κάποιος δεν τους δώσει αυτό που θέλουν, τον βαφτίζουν ναρκισσιστή. Αλλά η πραγματικότητα είναι κάπως πιο σύνθετη.
Δεν θα μπούμε σε όλες τις λεπτομέρειες της ναρκισσιστικής διαταραχής, αλλά ας ορίσουμε τη βάση: Ο ναρκισσισμός είναιένα χαρακτηριστικό προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αίσθηση σημαντικότητας, ανάγκη για θαυμασμό και τάση να εκμεταλλεύεται τους άλλους.
Αυτό μπορεί να εμφανιστεί με δύο μορφές:
Μεγαλομανής ναρκισσισμός (με ψηλή αυτοπεποίθηση και κυριαρχικότητα), και
Ευάλωτος ναρκισσισμός (με εύθραυστη αυτοεκτίμηση και επιθετικότητα).
Γνωρίζουμε επίσης ότι πολλές φορές, η ρίζα του ναρκισσισμού βρίσκεται στην αναπτυξιακή τραυματοποίηση. Όταν δηλαδή στην παιδική ηλικία, κάτι τραυματικό διατάραξε την συναισθηματική ωρίμανση του ατόμου, τότε αυτό είχε ως αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται να αυτοπαρατηρείται και να ρυθμίζει τα συναισθήματά του.
Με αυτό το πλαίσιο στο μυαλό σου λοιπόν, πάμε να δούμε τις 8 ερωτήσεις και γιατί ένας ναρκισσιστής δυσκολεύεται ή αδυνατεί να τις απαντήσει ειλικρινά. Όχι επειδή δεν θέλει εκείνη τη στιγμή, αλλά επειδή τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να απαντήσει... δεν υπάρχουν μέσα στον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους. Κάποιοι από εσάς θα τις ακούσετε και θα σκεφτείτε: «Αυτό ακριβώς έζησα.». Άλλοι μπορεί να είστε στην αρχή μιας σχέσης, οπότε θέλω να σας δώσω μια γλώσσα επικοινωνίας που θα σας βοηθήσει να δείτε καθαρά τη σχέση σας, πριν ξεφύγουν τα πράγματα.
Ερώτηση 1: «Ποιες πληγές πιστεύεις οτι κουβαλάς ακόμα μαζί σου;»
Μια από τις πιο ξεκάθαρες ενδείξεις ότι κάποιος είναι συναισθηματικά ασφαλής, είναι να του κάνεις την ερώτηση: «Ποιες είναι οι πιο βαθιές σου πληγές;».
Δεν την κάνεις από περιέργεια ή για να δημιουργήσεις δράμα, αλλά γιατί σε κάθε ουσιαστική σχέση, θες να δεις αν ο άλλος έχει κοιτάξει προς τα μέσα. Όταν κάνεις αυτή την ερώτηση σε έναν υγιή άνθρωπο, έναν άνθρωπο αληθινό, που έχει δουλέψει ή είναι διατεθειμένος να δουλέψει με τον εαυτό του, ίσως κοντοσταθεί, σκεφτεί, και μοιραστεί κάτι. Ίσως λίγο φυσικά, γιατί κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ανοιχτεί 100% στην αρχή μιας σχέσης. Ούτε και πρέπει!
Αλλά όταν ρωτάς έναν ναρκισσιστή, συνήθως παίρνεις ένα άδειο βλέμμα. Ή ένα αστειάκι. Ή μια υπεκφυγή. Μπορεί να πει κάτι σαν: «Με έχουν απογοητεύσει άνθρωποι, αλλά δεν με νοιάζει ιδιαίτερα.» ή «Έχω περάσει δύσκολα, αλλά δεν αφήνω τίποτα να με επηρεάζει.» Αυτές οι φράσεις ακούγονται δυνατές, αλλά δεν είναι. Είναι αποφυγή μεταμφιεσμένη σε ανθεκτικότητα.
Στις συνεδρίες μου, βλέπω αυτό το μοτίβο συχνά. Ιδίως σε ανθρώπους που έμαθαν από πολύ μικροί να φορούν πανοπλίες. Ο ναρκισσιστής μαθαίνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, ότι η ευαλωτότητα είναι επικίνδυνη. Ότι αν παραδεχτεί αδυναμία, χάνει τον έλεγχο. Οπότε τι κάνει για να έχει τον έλεγχο? Ξαναγράφει την ιστορία του. Αποκόπτει δηλαδή τη συναισθηματική του μνήμη. Και προσποιείται πως τίποτα δεν τον άγγιξε. Αυτό που δεν καταλαβαίνει όμως, είναι το εξής: Οτι όταν δεν μπορείς να αναγνωρίσεις τις πληγές σου, τις προβάλλεις ασυνείδητα πάνω στους άλλους.
Γίνεσαι ψυχρός. Κριτικός. Απόμακρος. Και όταν προσπαθείς να συνδεθείς μαζί με έναν τέτοιο άνθρωπο, τότε σε τιμωρεί επειδή τόλμησες να ρωτήσεις κάτι που θα μπορούσε να σας φέρει πιο κοντά. Αυτό λοιπόν δεν είναι δύναμη. Είναι φόβος μεταμφιεσμένος σε υπεροχή. Και εδώ είναι το σημείο που οι περισσότεροι δεν βλέπουν:
Οι ναρκισσιστές δεν αποφεύγουν απλώς τις δύσκολες ερωτήσεις. Σε τιμωρούν και μόνο που τις έκανες.
Γιατί κάθε ερώτηση είναι απειλή για την ιστορία που έχουν χτίσει για τον εαυτό τους. Και τη στιγμή που αρχίζεις να ρωτάς τις σωστές ερωτήσεις, παύεις να παίζεις με τους δικούς τους κανόνες, και ξεκινάς να προστατεύεις τη δική σου αλήθεια. Πάμε τώρα πιο βαθιά, στην επόμενη ερώτηση.
Ερώτηση 2: «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να παραδεχτείς τα λάθη σου;»
Άλλη μια ερώτηση που αποκαλύπτει πολλά: «Γιατί είναι τόσο δύσκολο να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος;»
Σε μια υγιή σχέση, το να κάνεις λάθος δεν σημαίνει ότι είσαι προβληματικός. Σημαίνει απλώς οτι είσαι άνθρωπος. Αλλά για κάποιον με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, το να παραδεχτεί ένα λάθος είναι σχεδόν σαν εσωτερικός θάνατος. Δεν είναι απλώς «έκανα λάθος». Είναι «αν έκανα λάθος, είμαι αδύναμος. Κι αν είμαι αδύναμος, δεν αξίζω αγάπη.»
Έτσι προστατεύονται πίσω από έναν τοίχο άμυνας. Αποφεύγουν. Κατηγορούν. Ξαναγράφουν την αλληλουχία των γεγονότων ώστε να μη φταίνε ποτέ. Κι όταν δεν μπορούν να το αρνηθούν, αλλάζουν την αφήγηση: «Ίσως έγινε αυτό, αλλά έγινε επειδή εσύ με πίεσες.». Εκεί είναι και που πολλοί αρχίζουν να αμφισβητούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Γιατί αν είσαι πάντα εσύ αυτός που ζητά συγγνώμη, που προσπαθεί να διορθώσει, που περπατάει πάνω σε ένα στρώμα λεπτού πάγου και φοβάσαι ανα πάσα στιγμή μην πέσεις μέσα, τότε αρχίζεις να σκέφτεσαι μήπως εσύ είσαι το πρόβλημα.
Αλλά το να μην αναλαμβάνει κάποιος την ευθύνη του; Αυτό δεν είναι κάτι που εσύ πρέπει να διορθώσεις. Στη δουλειά μου, συχνά λέω: Η ανάληψη ευθύνης είναι βασικό συστατικό της ασφάλειας. Αν κάποιος δεν μπορεί να πει «τα έκανα θάλασσα», τότε δεν μπορεί να χτίσει οικειότητα. Μπορεί να χτίσει απλά μια εικόνα. Μπορεί να χτίσει έλεγχο. Αλλά όχι εμπιστοσύνη.
Ερώτηση 3: «Γιατί νιώθεις την ανάγκη να εντυπωσιάζεις αγνώστους;»
Έχεις παρατηρήσει ποτέ ανθρώπους που λάμπουν μπροστά σε αγνώστους αλλά ξεθωριάζουν μπροστά σε εκείνους που τους αγαπούν; Η ερώτηση είναι απλή: «Γιατί έχεις ανάγκη να εντυπωσιάζεις ανθρώπους που δεν σε ξέρουν καν;»
Για τον ναρκισσιστή, η απάντηση είναι ξεκάθαρη κι αποκαλυπτική: οι άγνωστοι είναι ένας λευκός καμβάς. Δεν έχουν δει πίσω από τη μάσκα. Δεν γνωρίζουν τις ρωγμές. Οπότε σκέφτεται: «Εδώ έχω την ευκαιρία να ξαναγράψω την ιστορία. Να παίξω τον ήρωα. Να με θαυμάσουν.»
Και αυτό ακριβώς κάνει. Παίζει θέατρο. Υπερβάλλει. Επιλέγει προσεκτικά τι θα δείξει. Κι αν είσαι στη ζωή του, το έχεις δει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια σου. Από ψυχρός και επικριτικός μαζί σου, γίνεται ξαφνικά γοητευτικός και χαμογελαστός με τους άλλους. Είναι σοκαριστικό, το ξέρω. Αλλά υπάρχει λόγος. Ο θαυμασμός από αγνώστους μοιάζει πιο ασφαλής από την οικειότητα με κάποιον που τους βλέπει αληθινά.
Η οικειότητα απαιτεί ειλικρίνεια. Ευαλωτότητα. Βάθος. Ο θαυμασμός; Είναι επιφανειακός. Και η επιφάνεια είναι κάτι που μπορούν να ελέγχουν. Πολλοί μου λένε: «Μα είναι τόσο γλυκός με τους άλλους. Γιατί όχι και με μένα;». Η απάντηση είναι απλή. Γιατί εσύ έχεις δει πίσω από την κουρτίνα. Γι’ αυτό κυνηγούν την αποδοχή των άγνωστων, γιατί εκεί η εικόνα τους μένει άθικτη. Αλλά η αληθινή σύνδεση δεν ζει στο θέατρο. Ζει στο να σε βλέπουν γυμνό απο μάσκες, και να μένουν.
Ερώτηση 4: «Γιατί σε απειλούν οι διαφορές μου;»
Ας μιλήσουμε για κάτι λεπτό αλλά πολύ αποκαλυπτικό: «Γιατί οι διαφορές μου σου φαίνονται απειλητικές;»
Σε μια υγιή σχέση, οι διαφορές είναι φυσικές. Ακόμα και καλοδεχούμενες. Εσύ αγαπάς τη jazz, εγώ τα 80s rock. Εσύ αποφορτίζεσαι στη σιωπή, εγώ θέλω κουβέντα. Αυτό είναι που κάνει την οικειότητα πλούσια. Γιατί σε τραβάει πέρα από τον εαυτό σου. Αλλά με έναν ναρκισσιστή, οι διαφορές δεν είναι απλώς διαφορετικότητα. Είναι διατάραξη.
Όταν εμφανίζεσαι με μια διαφορετική άποψη, ένα διαφορετικό συναίσθημα, μια διαφορετική ανάγκη, δεν τους γεννά περιέργεια. Τους ενεργοποιεί άμυνα. Γιατί στον δικό τους κόσμο, η διαφορά σου ισούται με απώλεια ελέγχου. Και χωρίς ενσυναίσθηση, δηλαδή την ικανότητα να φανταστούν τον δικό σου εσωτερικό κόσμο, δεν μπορούν να κρατήσουν χώρο για την εμπειρία σου χωρίς να την κάνουν προσωπική επίθεση.
Αντί να πουν: «Πες μου περισσότερα…», θα πουν: «Γιατί μου το κάνεις αυτό;» Εκεί λοιπόν είναι το πρόβλημα: Ο ναρκισσιστής βιώνει την αυτονομία σου ως απειλή στην κυριαρχία του. Δεν τον νοιάζει η αμοιβαία κατανόηση. Τον νοιάζει να κρατήσει το φως στραμμένο πάνω του. Οπότε αν οι σκέψεις ή οι ανάγκες σου τραβούν την προσοχή μακριά από εκείνον, θα τις μειώσει, θα τις απορρίψει, ή και θα τις επιτεθεί. Όχι επειδή έκανες κάτι λάθος. Αλλά επειδή η μοναδικότητά σου του θυμίζει ότι δεν είναι το κέντρο του κόσμου σου. Και για κάποιον που έχει χτίσει την ταυτότητά του πάνω στον έλεγχο, αυτό δεν συγχωρείται.
Ερώτηση 5: «Πιστεύεις ότι η άποψή σου ακυρώνει τις υπόλοιπες;»
Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν αφορά τόσο τη διαφωνία, όσο και την εξουσία: «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι η δική σου άποψη ακυρώνει όλες τις άλλες;»
Όλοι έχουμε προτιμήσεις. Οπτικές. Προκαταλήψεις. Και σε μια υγιή σχέση, αυτό είναι μέρος του χορού. Λες τη γνώμη σου, λέω τη δική μου, και κάπου στη μέση συναντιόμαστε. Ή έστω καταλαβαίνουμε καλύτερα ο ένας τον άλλον. Ο ναρκισσιστής όμως δεν χορεύει. Διατάζει. Η οπτική του δεν είναι μια εκδοχή της αλήθειας. Είναι η μόνη αλήθεια. Είτε πρόκειται για πολιτική, για τη γονεϊκότητα, για φίλους γονείς, ή για το πώς φορτώνεις το πλυντήριο πιάτων. Η βασική του θέση είναι: «Ξέρω καλύτερα. Βλέπω ξεκάθαρα. Όλοι οι άλλοι είναι μπερδεμένοι».
Κι αν τολμήσεις να αμφισβητήσεις αυτή τη βεβαιότητα; Δεν θα το εξετάσει. Θα σε συντρίψει. Γιατί για εκείνον, η διαφωνία ισοδυναμεί με προδοσία. Κι επειδή έχει χτίσει την αυτοεκτίμησή του πάνω στο να έχει δίκιο, δεν αντέχει την ιδέα ότι κάποιος άλλος μπορεί να έχει έγκυρη άποψη. Γι’ αυτό οι συζητήσεις με ναρκισσιστές μοιάζουν κυκλικές. Ή εξαντλητικές. Δεν κάνεις διάλογο. Αμύνεσαι. Και σιγά-σιγά, αρχίζεις να νιώθεις ότι η δική σου φωνή δεν έχει πουθενά να σταθεί.
Αλλά η πραγματική σύνδεση δεν προκύπτει όταν ένας «κερδίζει» το επιχείρημα. Προκύπτει όταν και οι δύο είναι πρόθυμοι να ακούσουν, όχι για να απαντήσουν, αλλά για να καταλάβουν. Κι αυτό είναι μια μορφή αμοιβαιότητας, μια αρετή που ο ναρκισσιστής πολύ σπάνια μαθαίνει να προσφέρει.
Ερώτηση 6: «Σε ποια σημεία νιώθεις ότι χρειάζεσαι ακόμα εξέλιξη;»
Μια φαινομενικά απλή ερώτηση, που όμως αποκαλύπτει τα πάντα για το επίπεδο αυτογνωσίας ενός ανθρώπου: «Σε ποια σημεία νιώθεις ότι χρειάζεσαι ακόμα εξέλιξη;»
Οι περισσότεροι άνθρωποι, αν είναι ειλικρινείς, θα σου πουν έστω δύο-τρία πράγματα. Για παράδειγμα «προσπαθώ να έχω περισσότερη υπομονή» ή «μαθαίνω να διαχειρίζομαι το στρες καλύτερα» ή θέλω να γίνω πιο διαθέσιμος συναισθηματικά.»
Όταν όμως ρωτήσεις έναν ναρκισσιστή, θα πάρεις μία από δύο απαντήσεις: Ή θα αποφύγει την ερώτηση τελείως. Ή θα πει κάτι που μοιάζει με αυτοβελτίωση, αλλά δεν είναι. Κάτι σαν: «Ίσως πρέπει να κρύβω καλύτερα το πόσο πολύ νοιάζομαι» ή «μάλλον πρέπει να σταματήσω να περιμένω τελειότητα από ανθρώπους που δεν την αξίζουν.» Με άλλα λόγια: «Είμαι υπερβολικά καλός, και αυτό είναι το μόνο μου πρόβλημα».
Για τον ναρκισσιστή, το να παραδεχτεί ότι χρειάζεται εξέλιξη δεν είναι απλώς δύσκολο. Είναι απειλή. Γιατί σημαίνει ότι δεν είναι τέλειος. Ότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Κι αυτό, για κάποιον που έχει χτίσει ολόκληρη την αυτοεικόνα του πάνω στο να είναι αψεγάδιαστος, είναι αβάσταχτο. Αλλά να η αλήθεια: Η πραγματική εξέλιξη ξεκινά εκεί που σταματά το θέατρο κι αρχίζει η ταπεινότητα.
Αν κάποιος λοιπόν δεν μπορεί να ονομάσει σε ποια σημεία χρειάζεται εξέλιξη, είναι επειδή συνήθως δεν εξελίσσεται. Και αν δεν βλέπει χώρο για προσωπική ανάπτυξη, μην περιμένεις να αφήσει χώρο και για τη δική σου.
Ερώτηση 7: «Αν σε απογοητεύω τόσο, γιατί συνεχίζεις να επιστρέφεις;»
Αυτή είναι μια ερώτηση που στοιχειώνει πολλούς ανθρώπους σε τοξικές σχέσεις: «Αν σε εκνευρίζω τόσο, γιατί συνεχίζεις να γυρνάς πίσω;»
Είναι λογικό ερώτημα. Κάποιος που συνέχεια παραπονιέται, επικρίνει, απομακρύνεται, γιατί να θέλει να μείνει; Ο ναρκισσιστής όμως μένει. Όχι για να συνδεθεί. Αλλά για να επιβληθεί. Το «πήγαινέλα», αυτή η μόνιμη ένταση, δεν είναι δυσλειτουργία. Είναι το ίδιο το σύστημα. Επιστρέφει όχι γιατί εκτιμά τη σχέση, αλλά γιατί θέλει:
Να νιώσει ανώτερος.
Να ξαναπάρει τον έλεγχο.
Να παραμείνει κεντρικός στη συναισθηματική σου πραγματικότητα.
Κάθε φορά που του εξηγείς πώς νιώθεις. Κάθε φορά που ζητάς απαντήσεις ή λύσεις. Κάθε φορά που προσπαθείς να σώσεις κάτι, του επιβεβαιώνεις ότι εξακολουθεί να έχει εξουσία. Ακόμα κι ο θυμός σου, είναι για εκείνον σημάδι: «Ασχολείσαι ακόμα. Άρα μετράω.»
Έτσι λοιπόν, επιστρέφει. Όχι για να διορθώσει. Αλλά για να ξανακερδίσει το έδαφος του. Και αυτός είναι ο λόγος που οι πιο εξαντλητικές σχέσεις δεν είναι εκείνες με τους καβγάδες. Είναι εκείνες όπου κάθε προσπάθεια σύνδεσης γίνεται καύσιμο για περισσότερο έλεγχο. Γιατί για τον ναρκισσιστή, ακόμα και ο πόνος σου, είναι πηγή ενέργειας.
Ερώτηση 8: «Γιατί επιλέγεις τη σιωπή;»
Σιωπή. Όχι η γαλήνια σιωπή, αυτή που φέρνει σύνδεση. Αλλά η άλλη. Η σιωπή που σε κάνει να αμφισβητείς την ίδια σου την αξία. Η ερώτηση είναι: «Γιατί επιλέγεις τη σιωπή;»
Μπορεί να έρθει μετά από έναν καβγά. Ή αφού εκφράσεις μια ανάγκη. Ή, παραδόξως, μετά από μια στιγμή τρυφερότητας. Και ξαφνικά, ο άλλος εξαφανίζεται. Χωρίς εξήγηση. Χωρίς κλείσιμο. Μόνο απόσταση. Για τον ναρκισσιστή, η σιωπή είναι τακτική. Δεν είναι απλώς αποφυγή. Είναι χειρισμός. Όταν κλείνεται ή απομακρύνεται, δεν το κάνει για να ηρεμήσει, το κάνει για να επιβληθεί. Γιατί η σιωπή είναι δύναμη. Σε αναγκάζει να κυνηγήσεις. Να ζητήσεις συγγνώμη χωρίς να φταις. Να αμφιβάλεις για σένα. Είναι μια μορφή παθητικής επιθετικότητας.
Και να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι υγιείς άνθρωποι χρησιμοποιούν τη σιωπή για ενδοσκόπηση. Για να καταλάβουν πώς νιώθουν, ώστε να επιστρέψουν με διάθεση επανένωσης. Ο ναρκισσιστής τη χρησιμοποιεί για να σε τιμωρήσει.«Με απογοήτευσες. Τώρα δεν έχεις πρόσβαση σε μένα». Αλλά η οικειότητα δεν ανθίζει στην απομόνωση. Χτίζεται με διάλογο. Με σεβασμό. Με συναισθηματική ασφάλεια. Αν κάποιος λοιπόν χρησιμοποιεί ξανά και ξανά τη σιωπή για να έχει το πάνω χέρι, αυτό δεν είναι δύναμη. Είναι φόβος με τη μάσκα της υπεροψίας.
Και τώρα ήρθε η ώρα για την ερώτηση μπόνους.
Bonus Ερώτηση: «Τι έμαθες για τον εαυτό σου από την προηγούμενη σου σχέση;»
Εδώ λοιπόν έχουμε μια ερώτηση που αποκαλύπτει τα πάντα για την ψυχική ωριμότητα ενός ανθρώπου. Και ιδανικά, την κάνεις στην αρχή, στις πρώτες σας συναντήσεις: «Τι έμαθες για τον εαυτό σου από την τελευταία σου σχέση;»
Για να είμαστε όμως και ρεαλιστές, οι περισσότεροι νιώθουν κάπως άβολα με τέτοιες ερωτήσεις. Είναι ευάλωτες. Αλλά ένας άνθρωπος που έχει κάνει εσωτερική δουλειά θα μπορεί να σου πει τι έμαθε ο ίδιος. Όχι μόνο τι έκανε λάθος ο/η πρώην. Όχι μόνο πώς πληγώθηκε. Αλλά πώς τον επηρέασε η σχέση, τι κατάλαβε, τι θα ήθελε να κάνει αλλιώς την επόμενη φορά.
Ο ναρκισσιστής; Πολύ δύσκολα θα σου απαντήσει. Αν κάνεις την ερώτηση σε έναν ναρκισσιστή, πιθανότατα θα πάρεις έναν μονόλογο γεμάτο κατηγορίες: «Ήταν υπερβολική» «ήταν ανασφαλής» «δεν με καταλάβαινε». Όλα αφορούν τον άλλον. Ποτέ τον ίδιο. Γιατί για να απαντήσεις ειλικρινά σε αυτή την ερώτηση, χρειάζεται να κρατήσεις δύο αλήθειες ταυτόχρονα:
Την αλήθεια του να αναγνωρίσεις οτι πληγώθηκες, αλλά…
και την αλήθεια του να αναγνωρίσεις που μπορεί να πλήγωσες.
Να έχεις ταπεινότητα δηλαδή να παραδεχτείς ότι δεν ήσουν τέλειος, και περιέργεια για να ρωτήσεις τον εαυτό σου: «Γιατί αντέδρασα έτσι;» Αυτό στην ψυχολογία το λέμε reflective functioning- αναστοχαστική λειτουργία. Δηλαδή η ικανότητα να παρατηρείς τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου με μια υποκειμενική προοπτική. Κι αυτό είναι ένα πάρα πολύ βασικό συστατικό για υγιείς σχέσεις.
Οι ναρκισσιστές λοιπόν δυσκολεύονται πολύ με αυτό. Γιατί η ταυτότητά τους είναι χτισμένη γύρω από το να έχουν πάντα δίκιο. Να είναι ατρόμητοι. Και η ιδέα ότι θα μπορούσαν να μάθουν κάτι από έναν χωρισμό, απειλεί όλη τους την εικόνα. Η ειρωνεία εδώ είναι ότι αυτή η άρνηση αυτοπαρατήρησης είναι ακριβώς αυτό που τους οδηγεί να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.
Οπότε, τι κρατάμε από όλα αυτά; Αυτές οι εννιά ερωτήσεις δεν είναι τεχνάσματα. Είναι προσκλήσεις. Προσκλήσεις που απαιτούν ειλικρίνεια, ενσυναίσθηση, και ωριμότητα. Και όταν τις κάνεις, και το μόνο που παίρνεις είναι άμυνα, σιωπή ή επίθεση, αυτό λέει πολλά.
Να θυμάσαι οτι ναρκισσιστές δεν είναι ανίκανοι να καταλάβουν αυτές τις ερωτήσεις. Είναι ανίκανοι να απαντήσουν χωρίς να ραγίσει η μάσκα που φοράνε μια ζωή. Αλλά εδώ είναι και τα καλά νέα:
Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις την αποφυγή τους με δική σου αποφυγή.
Μπορείς να είσαι ανοιχτή. Να είσαι περίεργη. Να είσαι υπεύθυνος. Μπορείς να πεις: «Ακόμα εξελίσσομαι. Κάνω λάθη. Και επιλέγω τη σύνδεση, όχι τον έλεγχο.» Και κάνοντάς το αυτό, φιλτράρεις όσους δεν μπορούν να σε συναντήσουν εκεί που βρίσκεσαι.
Αν κάτι από όσα είπα σε άγγιξε, πάρε λίγο χρόνο και σκέψου: Ποιος στη ζωή σου μπορεί να απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια; Και πιο σημαντικό, εσύ μπορείς;
Γιατί η πραγματική οικειότητα φίλοι μου ξεκινά από αμοιβαία διαφάνεια. Όχι τελειότητα. Όχι κάποια θεατρική παράσταση. Ξεκινά απλά όταν δύο άνθρωποι τολμούν να εμφανιστούν με τις αδυναμίες τους. Οπότε, επέλεξε το βάθος, κι όχι εντύπωση. Ποτέ μην συμβιβαστείς με σύνδεση χωρίς αλήθεια. Και πάντα να ρωτάς τον εαυτό σου: «Τι είναι αυτό μέσα μου που με κάνει να κάνω αυτά που κάνω;»
Αν θέλεις να δουλέψουμε μαζί, θα βρεις όλες τις λεπτομέρειες του πως να με βρεις πατώντας το κουμπί από κάτω.